Our Sun, G.Seferis

Our SunThis sun was mine and yours; we shared it.
Who’s suffering behind the golden silk, who’s dying?
A woman beating her dry breasts cried out; `Cowards,
they’ve taken my children and torn them to shreds, you’ve killed them
gazing at the fire-flies at dusk with a strange look, lost in blind thought.
The blood was drying on a hand that a tree made green,
a warrior was asleep clutching the lance that cast light against his side. It was ours, this sun, we saw nothing behind the gold embroidery
then the messengers came, dirty and breathless, stuttering unintelligible words
twenty days and nights on the barren earth with thorns only
twenty days and nights feeling the bellies of the horses bleering
and not a moment’s break to drink rain-water.
You told them to rest first and then to speak, the light had dazzled you.
They died saying `We don’t have time’, touching some rays of the sun.
You’d forgotten that no one rests. A woman howled `Cowards’. like a dog in the night.
Once she would have been beautiful like you
with the wet mouth, veins alive beneath the skin, with love. This sun is ours; you kept all of it, you wouldn’t follow me.
And it was then I found about those things behind the gold and the silk:
we don’t have time. The messengers were right.Giorgos Seferis
—-source  elopos net

Ο δικός μας ήλιος

Ο ήλιος αυτός ήταν δικός μου και δικός σου: τον μοιραστήκαμε ποιός υποφέρει πίσω από το χρυσαφί μεταξωτό ποιός πεθαίνει; Μια γυναίκα φώναζε χτυπώντας το στεγνό στήθος της: «Δειλοί μου πήραν τα παιδιά μου και τα κομμάτιασαν, σεις τα σκοτώσατε 5 κοιτάζοντας με παράξενες εκφράσεις το βράδυ τις πυγολαμπίδες αφηρημένοι μέσα σε μια τυφλή συλλογή». Το αίμα στέγνωνε πάνω στο χέρι που το πρασίνιζε ένα δέντρο ένας πολεμιστής κοιμότανε σφίγγοντας τη λόγχη που του φώτιζε το πλευρό.

Ήταν δικός μας ο ήλιος, δε βλέπαμε τίποτε πίσω από τα χρυσά κεντίδια 10 αργότερα ήρθαν οι μαντατοφόροι λαχανιασμένοι βρόμικοι τραυλίζοντας συλλαβές ακατανόητες είκοσι μερόνυχτα πάνω στη στέρφα γης και μόνο αγκάθια είκοσι μερόνυχτα νιώθοντας ματωμένες τις κοιλιές των αλόγων κι ούτε στιγμή να σταματήσουν για να πιουν το νερό της βροχής. 15 Είπες να ξεκουραστούν πρώτα κι έπειτα να μιλήσουν, σε είχε θαμπώσει το φως. Ξεψύχησαν λέγοντας: «Δεν έχουμε καιρό» γγίζοντας κάτι αχτίδες· ξεχνούσες πως κανείς δεν ξεκουράζεται.

Ούρλιαζε μια γυναίκα: «Δειλοί» σαν το σκυλί τη νύχτα θα ήταν ωραία κάποτε σαν εσένα 20 με στόμα υγρό, τις φλέβες ζωντανές κάτω απ’ το δέρμα με την αγάπη.

Ο ήλιος αυτός ήταν δικός μας· τον κράτησες ολόκληρο δε θέλησες να μ’ ακολουθήσεις κι έμαθα τότε αυτά τα πράγματα πίσω από το χρυσάφι και το μετάξι· δεν έχουμε καιρό. Σωστά μιλήσαν οι μαντατοφόροι.

 

Γιώργος Σεφέρης (1900-1971)

πηγή

Advertisements